ΑΡΧΕΙΟ

‘‘Αρχείο θεωρείται μια συλλογή τεκμηρίων ιστορικής σημασίας, συνήθως ανεξαρτήτως μορφής, χρονολογίας και ύλης, που φυλάσσει ή παράγει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οποιοσδήποτε οργανισμός δημόσιος ή ιδιωτικός στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του. Ως αρχείο νοείται επίσης και ο φυσικός χώρος στον οποίο είναι τοποθετημένες οι αρχειακές συλλογές. Ένα αρχείο διαμορφώνεται συνήθως από τεκμήρια που έχει συλλέξει και διαφυλάξει ένας οργανισμός ή ένα φυσικό πρόσωπο.’’

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Όγκος Pancoast* (Όγκος Ανώτερου Κολπώματος)

Pancoast* Tumour (Superior Sulcus Tumour)


*Henry Khunrath Pancoast (1875-1939): Αμερικανός ακτινολόγος (The Nation's First Professor of Roentgenology-1911)[7]  ο οποίος πρώτος περιέγραψε τον όγκο το 1924 & 1932 (superior pulmonary sulcus tumor - όγκος του άνω κολπώματος-αύλακας).[1],[2] 
Πρόκειται για ένα βρογχικό καρκίνωμα που εξορμάται από την κορυφή του πνεύμονα.[8] Οι ορισμοί διαφέρουν από συγγραφέα σε συγγραφέα. Κάποιοι αναφέρονται  στους  όγκους Pancoast μόνο εάν το ιστολογικό αποτέλεσμα είναι μη μικροκυτταρικός καρκίνος πνεύμονα (NSCLC), και διαχωρίζουν τη θεραπεία τους από τους άλλους όγκους της ανώτερης θωρακικής αύλακας (άσχετα εάν αργότερα προκαλέσουν σύνδρομο Pancoast) ενώ ορισμένοι ονομάζουν τον όγκο Pancoast μόνο εάν προκαλεί σύνδρομο  Pancoast (διήθηση του βραχιονίου πλέγματος: πόνος στον ώμο και στο βραχίονα ή/και της συμπαθητικής αλύσου: σύνδρομο Homer).[8] Άλλοι χρησιμοποιούν τον όρο όγκος ανώτερης θωρακικής αύλακας και όγκος Pancoast εναλλάξ, περιοριζόμενοι στα βρογχογενή καρκινώματα, ενώ άλλοι περιλαμβάνουν στον όγκο Pancoast όλους τους όγκους που εμπλέκουν την ανώτερη πνευμονική αύλακα (έστω και αν δεν εξορμωνται από τον πνεύμονα).
Για λόγους απλότητας επιλέγουμε[3] την μέση οδό  χρησιμοποιώντας το όρο όγκος ανώτερης θωρακικής αύλακας και όγκος Pancoast εναλλάξ, προκειμένου να περιγράψουμε ένα πρωτοπαθές νεόπλασμα πνεύμονα που αναπτύσσεται στην ανώτερη πνευμονική αύλακα.[3]  Η συνύπαρξη σκίασης της μίας πνευμονικής κορυφής με διάβρωση παρακείμενου οστού είναι διαγνωστική όγκου Pancoast.[9] 
O Pancoast το 1932 ναι μεν περιέγραψε τον όγκο και τα ευρήματα του, αλλά δεν αναγνώρισε την πνευμονική του προέλευση. Αυτό το αναγνώρισε ο Αργεντινός κλινικός J.W. Tobías την ίδια χρόνια (μη έχοντας υπόψη του την έκθεση του Pancoast) συσχετίζοντας τα κλινικά ευρήματα με περιφερικούς όγκους του πνεύμονα, για αυτό και σε μεγάλο αριθμό βιβλιογραφίας αναφέρεται ως όγκος Pancoast - Tobias, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως για πρώτη φορά είχε αναφερθεί  από τον Βρετανό κλινικό Edward Selleck Hare (1812-1838).[4],[5],[6]


[1]H.K. Pancoast, Importance of careful roentgen-ray investigation of apical chest tumors, Journal of the American Medical Association, Chicago, 1924, 83: 1407. 
[2]H.K. Pancoast:Superior pulmonary sulcus tumor. Tumor characterised by pain, Horner’s syndrome, destruction of bone and atrophy of hand muscles.  Journal of the American Medical Association,1932, 99: 1391-1396. 
[3]A. Rezaee, F. Gaillard et al., Pancoast tumour, http://radiopaedia.org/articles/pancoast-tumour 
[4]J.W. Tobías, Sindrome ápico-costo-vertebral doloroso por tumor apexiano. Su valor diagnóstico en el cáncer primitivo pulmonare.Revista medica Latino-americana, Buenos Aires, 1932, 17: 1522-1557 
[5]David J. Sugarbaker, Adult Chest Surgery, 2009, The McGraw-Hill Companies, SBN: 978-007-143414-0 
[6]Hare E.S., Tumour involving certain nerves. London Medical Gazette, 2nd series, 1838/39, 1:16-18 
[7]Lynne Allen Leopold, Radiology at the University of Pennsylvania, 1890-1975, THE PANCOAST ERA 1902-1939, 1981, Pen Press, ISBN-13: 978-0812278200 
[8]M. Prokop, Spiral and Multislice Computed Tomography of the Body, 2003,  Τhieme, 392-393, ISBN-10: 9780865778702 
[9]Κ. Μαλαγάρη, Συνοπτική Ακτινολογία Θώρακος, 2010, Ζεβελεκάκης, ISBN:  978-960-89952-1-5

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Διαλείπον Σύνδρομο Υποκλοπής Υποκλειδίου

Incomplete - Partial Subclavian Steal Syndrome

Σύνδρομο Υποκλοπής Υποκλειδίου Αρτηρίας (Subclavian Steal Syndrome, ΣΥΥ): το αιμοδυναμικό φαινόμενο της αναστροφής της ροής του αίματος στην Σπονδυλική Αρτηρία (ΣΑ) λόγω της σημαντικής εγγύς στένωσης ή απόφραξης της υποκλειδίου αρτηρίας, που προκαλεί δυνητικά Σπονδυλοβασική Ανεπάρκεια*. Η επίπτωση του συνδρόμου στο γενικό πληθυσμό κυμαίνεται μεταξύ 3 - 4% (11 - 18% σε ασθενείς με γνωστή περιφερική αγγειακή νόσο - Age: average 59 - 61 years; M-:-F = 3-:-1; Whites-:-Blacks = 8-:-2, Location: L-:-R = 3-:-1).[1], [5]

Οι αποφράξεις ή οι συμπιεστικές στενώσεις (>70%) της προσπονδυλικής υποκλειδίου μπορει να συνοδεύονται από μεταβολή της κυκλοφορίας της ομόπλευρης σπονδυλικής κατά την διάρκεια του καρδιακού κύκλου. Όταν η πίεση στις αρτηρίες του βραχίονα γίνεται μικρότερη της εγκεφαλικής πίεσης η κατεύθυνση της ροής της σπονδυλικής αναστρέφεται καθ’ολο τον καρδιακό κύκλο για να αιμάτωση τον υποτροφοδοτούμενο βραχίονα = ΜΟΝΙΜΗ ΥΠΟΚΛΟΠΗ.  Κατά τις ΠΕΡΙΟΔΙΚΕΣ ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ η αναστροφή προκαλείται κατά την συστολή, ενώ η αύξηση των ταχυτήτων και της πίεσης προ αυτής μεγιστοποιούν τις συνέπειες της στένωσης. Στη διαστολή, η στένωση πιέζεται λειτουργικά λιγότερο και η κατεύθυνση της ροής της ΣΑ είναι φυσιολογική.[4]

*Σπονδυλοβασική Ανεπάρκεια (ΣΒΑ): ο όρος χρησιμοποιείται όταν οι νευρολογικές κλινικές εκδηλώσεις υποδηλώνουν ανεπαρκή αιματική άρδευση τμημάτων του εγκεφάλου που φυσιολογικά αρδεύονται από τις σπονδυλικές και τη βασική αρτηρία (το εγκεφαλικό στέλεχος, η παρεγκεφαλίδα και τα οπίσθιο τμήματα των εγκεφαλικών ημισφαιρίων). Όταν τα συμπτώματα είναι παροδικά η κατάσταση καλείται Παροδική Σπονδυλοβασική Ισχαιμία. Όταν τα κλινικά συμπτώματα ή σημεία παραμένουν, μπορει να χρησιμοποιηθεί ο όρος Σπoνδυλοβασικό Αγγειακό Εγκεφαλικό Επεισόδιο (ΣΒΑΕΕ). Η ΣΒΑ δεν εκδηλώνεται με συγκεκριμένη ομάδα νευρολογικών σημείων ή συμπτωμάτων και παρόμοια νευρολογική δυσλειτουργία μπορεί να αναπτυχτεί και με διάφορες άλλες διαταραχές (η καρδιακή δυσλειτουργία, η επιληψία, τα νεοπλάσματα και η ημικρανία, η ανεπάρκεια του καρωτιδικού συστήματος).[3]

Ως προς την σπουδαιότητα της εξέτασης των σπονδυλικών αρτηριών ο William J. Zwiebel[3], αναφέρει: «Η υπερηχογραφική εξέταση των σπονδυλικών αρτηριών περιλαμβάνεται στο βιβλίο κυρίως για λόγους πληρότητας, παρόλο που σε γενικές γραμμές δεν είμαι πεπεισμένος για την χρησιμότητα της. Στο αγγειολογικό μας εργαστήριο, εξετάζουμε υπερηχογραφικά τις σπονδυλικές αρτηρίες μαζί με τις καρωτίδες αρτηρίες μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουμε ότι είναι βατές και ότι η αιματική τους ροή έχει φυσιολογική κεφαλική κατεύθυνση. Ελάχιστες φορές η υπερηχογραφική εξέταση των σπονδυλικών αρτηριών αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό της εξέτασης στο εργαστήριό μας, ενώ δεν συνιστούμε την υπερηχογραφία σαν την κύρια μέθοδο εξέτασης του Σπονδυλοβασικού Συστήματος. Για τις περισσότερες κλινικές ενδείξεις που αφορούν το Σπoνδυλοβασικό Σύστημα, συνιστούμε την  διενέργεια αγγειογραφίας με Μαγνητικό Συντονισμό (MRA).»

Το Σύνδρομο Υποκλοπής της Υποκλειδίου Αρτηρίας (ΣΥΥ) αποτελεί κατά κανόνα τυχαίο υπερηχογραφικό ή αγγειογραφικό εύρημα και σπάνια προκαλεί συμπτώματα κυρίως σε ασθενείς με συνυπάρχουσες αγγειακές ανωμαλίες ή βλάβες, αν και υπάρχουν αναφορές ασθενών που εμφάνιζαν χρόνια συμπτωματική ισχαιμία της οπίσθιας εγκεφαλικής κυκλοφορίας χωρίς συνυπάρχουσες στενώσεις ενδοκρανιακών ή τραχηλικών αγγείων.[2] Η στένωση της υποκλειδίου καθώς και το ΣΥΥ αναπτύσσονται συχνότερα αριστερά (85% των περιπτώσεων), με το ΣΥΥ να είναι ένα σχεδόν πάντα αιμοδυναμικά αθώο σύνδρομο. Σπάνια προκαλεί νευρολογικά συμπτώματα και σπανιότερα ανάπτυξη ΣΒΑΕΕ (ακόμη και με την ταυτόχρονη παρουσία αποφρακτικών αλλοιώσεων των ΣΑ ή των καρωτίδων).[3] Σε λιγότερο από το 1/3 των περιπτώσεων εκδηλώνεται με κλινικά σημεία ΣΒΑ που προκαλούνται τυπικά από ορισμένες θέσεις του σώματος ή κατά την προσπάθεια με το άνω άκρο.[4] Παρά την αβλαβή φύση του ΣΥΥ, οι υπερηχολόγοι πρέπει να αναγνωρίζουν και να διαγιγνώσκουν σωστά το σύνδρομο, που υποδηλώνει την παρουσία σημαντικής αλλοίωσης στην υποκλείδια αρτηρία, η οποία μπορεί να είναι κλινικά σημαντική.[3]

Τα συμπτώματα που σχετίζονται κλασσικά με το ΣΥΥ οφείλονται στην ανεπαρκή παροχή αίματος στο άνω άκρο και στην ισχαιμία του στελέχους. Τα συχνότερα είναι η διαλείπουσα χωλότητα, οι παραισθησίες και η μυϊκή αδυναμία του σύστοιχου άνω άκρου και ο παροξυντικός ίλιγγος, η διπλωπία, οι διαταραχές όρασης, η αταξία, η δυσαρθρία και τα συγκοπτικά επεισόδια. Αναφέρονται επίσης και άτυπες εκδηλώσεις όπως δύσπνοια στην κόπωση σε μια ασθενή με πολλαπλούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου.[1]

Αιτιολογία[5]: (a) ΣΥΓΓΕΝEΣ: ●Στένωση ισθμού αορτής,  ●Διακοπή αορτικού τόξου, ●Νεογνικός τύπος στένωσης ισθμού της αορτής (preductal infantile coarctation), ●Υποπλασία αριστερού αορτικού τόξου, ●Υποπλασία / Ατρησία / Στένωση μίας ανώμαλης αριστερής υποκλειδίου με δεξιό αορτικό τόξο, ●Στένωση με ανώμαλη υποκλείδιο αρτηρία η οποία εκφύεται περιφερικότερα της στένωσης. (b) ΕΠΙΚΤΗΤO:Αθηροσκλήρυνση (94%), ●Διαχωρισμός ανευρύσματος, ●Τραύμα θώρακος, ●Εμβολή, ●Θρόμβωση όγκου, ●Λοιμώδης αρτηρίτιδα (Takayasu, syphilitic), ●Απολίνωση υποκλειδίου αρτηρίας σε Blalock - Taussig shunt, ●Επιπλοκές αποκατάστασης στένωσης (coarctation), ●Ίνωση ακτινοβολίας.

Απεικονιστικά[1], [3]: Υπερηχοτομογράφημα (US): η εξέταση εκλογής: η ροή της σπονδυλικής αρτηρίας κατευθύνεται κεφαλικά σε όλη τη διάρκεια του καρδιακού κύκλου και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από το παραπάνω πρότυπο είναι παθολογική: (1) Αναστροφή της κατεύθυνσης ροής της ΣΑ σε όλη τη διάρκεια του καρδιακού κύκλου. (2) Δυο κατευθύνσεων ροή (ορθόδρομη στην συστολή και αναστροφή στην διαστολή). (3) Φυσιολογικής κατεύθυνσης ροη σε κατάσταση ηρεμίας. Στις δυο τελευταίες περιπτώσεις η υποκλοπή θα αναδεχθεί σαφέστερα με την πρόκληση υπεραιμίας του άνω άκρου: φούσκωμα περιχειρίδας πιεσόμετρου που τοποθετείτε στον βραχίονα για 5 λεπτά: σε αυτή τη φάση συνήθως παρατηρείται βελτίωση της κυματομορφής Doppler στο σπονδυλοβασικό σύστημα λόγω του αποκλεισμού της ροής στο άνω άκρο: η περιχειρίδα ξεφουσκώνει: φυσιολογικά άτομα = κεφαλική ροή, ΣΥΥ = αναστροφή της κατεύθυνσης ροής ή μετατρέπεται σε διφασική. 
Κατά τη μελέτη ανάλυσης του φάσματος Doppler και ανάλογα με το βαθμό της στένωσης της υποκλειδίου αρτηρίας, διακρίνονται 6 διαφορετικές κυματομορφές στη σπονδυλική αρτηρία ενδεικτικές του ΣΥΥ. Οι πρώτες 4 αντιστοιχούν σε μια απότομη πτώση της ταχύτητας ροής που ακολουθεί την πρώιμη συστολική κορυφή, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δύο κορυφές κατά τη διάρκεια της συστολής, μία οξεία και μία πεπλατυσμένη. Ανάλογα με το βαθμό της μεσοσυστολικής πτώσης της ροής έχουμε την κυματομορφή τύπου 1: η μεσοσυστολική εγκοπή (notch) παραμένει υψηλότερα από την τελοσυστολική ροή (prebunny waveform), τύπου 2: η μεσοσυστολική εγκοπή βρίσκεται στο επίπεδο της τελοσυστολικής ροής (bunny waveform), τύπου 3: κατά την μεσοσυστολική εγκοπή η ταχύτητα ροής μηδενίζεται και τύπου 4: κατά την μεσοσυστολική εγκοπή η ροή αναστρέφεται. Στην κυματομορφή τύπου 5: η ροή στην σπονδυλική αρτηρία μετά από την πρώιμη θετική συστολική κορυφή παραμένει ανεστραμμένη καθόλη τη διάρκεια του καρδιακού κύκλου, ενώ στην κυματομορφή τύπου 6: πλήρης αναστροφή της ροής. Οι πρώτοι 3 τύποι κυματομορφών αντιστοιχούν σε λανθάνον, οι τύποι 4 και 5 σε διαλείπον και ο τύπος 6 σε πλήρες σύνδρομο υποκλοπής υποκλειδίου. Η τελική επιβεβαίωση του ΣΥΥ απαιτεί την διενέργεια αξονικής ή μαγνητικής αγγειογραφίας που θα αναδείξει την εγγύς στένωση/απόφραξη της υποκλειδίου αρτηρίας.

Karapasias Nikos, MD Radiologist

[1]Ο. Καργιώτης, F. Perren, Διερεύνηση του συνδρόμου υποκλοπής υποκλειδίου αρτηρίας με τη βοήθεια των υπερήχων έγχρωμου duplex: ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και κλινική παρουσίαση μελετών, Νευρολογία 23: 1-2014, 19-27
[2]Sharma V., Chuah B., Teoh H., Chan B.P., Sinha A.K., Robless P.A., "Chronic brainstem ischemia in subclavian steal syndrome", J Clin Neurosci 17: 1339–1341, 2010.
[3]W.J. Zwiebel, Υπερηχογραφική απεικόνιση αγγείων, Ιατρικές Εκδόσεις Κωνσταντάρας, 2003, ISBN 960-86077-7-9, ISBN-13 978-960-86077-7-4
[4] Melki P., Υπερηχογραφία Doppler επιφανειακών και σπλαγχνικών αγγείων, Παρισιάνου Α.Ε., 2004
[5]W. Dähnert, Radiology Review Manual (Dahnert, Radiology Review Manual),  7th ed., 2011 LWW; North American Edition, ISBN-10: 1609139437

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Εστιακή Οζώδης Υπερπλασία (τυπική)

Focal Nodular Hyperplasia (FNH)



ΔΕΣ > ΕΔΩ ΕΝΑ ΑΤΥΠΟ ΠΕΡΙΑΤΑΤΙΚΟ.

Εστιακή Οζώδης Υπερπλασία (Focal Nodular Hyperplasia - FNH): καλοήθης όγκος του ήπατος: ο δεύτερος συχνότερος καλοήθης όγκος του ήπατος (μετά τα αιμαγγειώματα) με εκτιμούμενη συχνότητα περίπου 3% (3 - 8% των πρωτοπαθών ηπατικών όγκων στους ενήλικες & 4% στα παιδιά). Παρατηρείται σε ασθενείς ηλικίας 20 - 50 ετών (peak: 3η - 4η δεκαετία, range: 7 μήνες - 75 έτη) και είναι 4 - 10 φορές συχνότερος στις γυναίκες. Συνήθως αποτελεί τυχαίο εύρημα στις εξετάσεις ρουτίνας.[1], [2]

Η εμφάνιση της FNΗ είναι άσχετη με τα οιστρογόνα, και ενώ στο παρελθόν είχε αναφερθεί ότι διέγερση με οιστρογόνα (αντισυλληπτικά, εγκυμοσύνη) μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο ανάπτυξης ή αιμορραγίας, σε μια πρόσφατη μεγάλη μελέτη, δεν ανευρεθεί συσχέτιση μεταξύ της ανάπτυξης ή επιπλοκών FNH και τη χρήσης αντισυλληπτικών από του στόματος (σε αντίθεση με τα ηπατικά αδενώματα - αν και τα αντισυλληπτικά δισκία είναι δυνατό να προάγουν την ανάπτυξή τους). Θεωρείται ως καλοήθης υπερπλαστική αντίδραση σε συγγενή αρτηριοφλεβώδη δυσπλασία (αγγειακή δυσπλασία που προάγει την εστιακή υπεραιμία και την υπερπλασία των ηπατοκυττάρων), που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συμπαγούς υπεραγγειούμενης και λοβωτής μάζας με κυρίαρχη την αρτηριακή αιμάτωση. Ο όγκος αποτελείται από ηπατοκύτταρα, κύτταρα Kupffer και μικρά χολαγγεία διατεταγμένα με ανομοιογενή τρόπο (δεν διαθέτει τη τυπική φυσιολογική κατασκευή του ήπατος με την παρουσία των λοβίων, των πυλαίων τριάδων και των ενδολόβιων φλεβών). Από την FNH απουσιάζει χαρακτηριστικά η κάψα. Παρατηρείται «κεντρική ουλή» από ινώδη (μυξωματώδη) ιστό, με ακτινωτά διαφραγμάτια που περιβάλλει την κεντρική τροφοφόρο αρτηρία. Η FNH αρδεύεται από εσωτερικό αρτηριακό δίκτυο που κατανέμεται δίκην ακτίνων τροχού. Σπανίως αιμορραγούν ή προκαλούν κλινικά συμπτώματα, αν και η πρόκληση πόνου είναι πιθανή σε παρουσία μεγάλων βλαβών.[1], [3]

Απεικονιστικά: Υπερηχοτομογράφημα (US)[2], [3], [5]:  η υπερηχοτομογραφία δεν αποτελεί τυπικό τμήμα του διαγνωστικού αλγόριθμου που αφορά στην FNH, εκτός και αν χρησιμοποιηθεί για τη διενέργεια κατευθυνόμενης, διαδερμικής βιοψίας: ●Συμπαγής ελαφρά ηχωγενής ή σχεδόν ισοηχωγενής (σε σχέση με το ηπατικό παρέγχυμα: λογικό καθώς η κυτταρική της σύσταση είναι παρόμοια με εκείνη του ήπατος) ή ελαφρά υποηχωγενής (33%), τυπικά μονήρης (80 - 95%), ομοιογενής,  συνήθως μικρότερη των 5 cm βλάβη. ●Υποηχοϊκή άλω (πιεσμένο ηπατική παρέγχυμα / παρεκτοπισμένα ηπατικά αγγεία). ●Μορφολογία δίκην στόχου & Κεντρική αστεροειδής ουλή: υπερηχωγενής η ουλή (18%): συνήθως δεν αναδεικνύεται στη συμβατική υπερηχοτομογραφία: η δίκην ακτίνων τροχού εσωτερική αγγείωση αναδεικνύεται καλύτερα με την έγχρωμη Doppler απεικόνιση ή με την απεικόνιση με χρήση Doppler ισχύος. Αυτή αποτελείται από μία ή περιστασιακώς από περισσότερες της μίας επικρατούς τροφοφόρου αρτηρίας που εισέρχεται στον όγκο από την περιφέρεια, πορεύεται προς το κέντρο της βλάβης, και στη συνέχεια διαιρείται σε πολλαπλούς κλάδους που διανέμονται ακτινοειδώς προς την περιφέρεια της βλάβης ("spoke - wheel" pattern). Για μια βλάβη που εντοπίζεται με την υπερηχοτομογραφία & υπάρχει η κλινική υποψία της FNH > η διενέργεια σπινθηρογραφήματος του ήπατος μπορεί να φανεί ιδιαιτέρως χρήσιμη. Τα τυπικά απεικονιστικά χαρακτηριστικά της υπερηχοτομογραφικής εξέτασης (ιδιαιτέρως η αρτηριακή κατανομή δίκην ακτίνων τροχού) και τα προαναφερθέντα ευρήματα του σπινθηρογραφήματος με τη χρήση θειικού κολλοειδούς, επαρκούν προκειμένου να τεθεί η διάγνωση με ασφάλεια). ●Παρουσία αποτιτανώσεων, οι κυστικές εκφυλίσεις, οι αιμορραγικές περιοχές και η νέκρωση είναι ασυνήθεις. Οι αποτιτανώσεις είναι ένα άτυπο στοιχείο της εστιακής οζώδους υπερπλασίας. Όταν υπάρχουν, η βλάβη είναι δύσκολο να διαφοροδιαγνωσθεί από το ινοπεταλειώδες καρκίνωμα. ●Στον επανέλεγχο, οι βλάβες μπορεί να ελαττώνονται σε μέγεθος ή να εξαφανισθούν. 
Αξονική Τομογραφία (CT)[1], [2], [5]: (ευαισθησία 70 - 80%): η πολυφασική ελικοειδής ή η πολυτομική CT θεωρείται η ιδανική τεχνική: απαιτεί 3 φάσεις: συμπεριλαμβανομένων των (όψιμης) αρτηριακής, της πυλαίας φλεβικής και της (όψιμης) καθυστερημένης: NECT: σαφώς αφοριζόμενη υπόπυκνη / ισόπυκνη συνήθως μονήρης βλάβη (πολλαπλή σε ~20% των περιπτώσεων), συνήθως στην περιφέρεια του ήπατος, με διάμετρο < 5 cm. Η κεντρική ουλή δύσκολα γίνεται αντιληπτή στις τομές χωρίς σκιαγραφικό. Δεν υπάρχει κάψα και σπανίως υπάρχουν αποτιτανώσεις (<1%). CECT: Αρτηριακή Φάση (30 - 60 sec): έντονη ομοιογενής σκιαγράφηση όλου του όγκου (μπορει να παρουσιάσει και οζώδη πρόσληψη). Η υπόπυκνη κεντρική ουλή είναι παθογνωμονική και γίνεται ορατή μετά από χορήγηση σκιαγραφικού σε περίπου 50% των περιπτώσεων. Στη φάση αυτή μπορεί να αναδειχθεί η κεντρική τροφοφόρος αρτηρία, περίπου στο 60%. Τόσο η ουλή όσο και η τροφοφόρος αρτηρία δεν είναι ορατές σε μικρότερους όγκους. Χαρακτηριστική είναι η ταχεία απομάκρυνση του σκιαγραφικού και οι περισσότεροι όγκοι γίνονται ισόπυκνοι με το ηπατικό παρέγχυμα κατά την πυλαία φάση. Η κεντρική ουλή, είναι υπόπυκνη στη φάση αυτή, αλλά σταδιακά αυξάνει την πυκνότητά της μέσω της διάχυσης του σκιαγραφικού και μπορεί να γίνει σχετικά υπέρπυκνη στις καθυστερημένες λήψεις.  
Μαγνητικός Συντονισμός (MRI)[2]: (70% ευαισθησία, 98% ειδικότητα, απαιτεί 3 φάσεις): η βλάβη συνήθως έχει ομοιογενές σήμα: T1WI: ●Ίσης με χαμηλής έντασης σήμα (94 -100%), ●Άτυπα υψηλής έντασης σήμα (6%). T2WI: ●Έλαφρώς υψηλής με ίσης έντασης σήμα (94 - 100%). ●Κεντρική ουλή (συχνότερα ανιχνεύσιμη σε  US / CT): ▪Χαμηλής έντασης σήμα στην T1WI, ▪Υψηλής έντασης σήμα στηνT2WI (75 - 84%) (λόγω των αγγειακών καναλιών + του οιδήματος + των χολαγγείων), ▪Χαμηλής έντασης σήμα στην T2WI (25%) (απουσία ή ελάχιστο οίδημα). CEMR (2-D / 3-D GRE): ●Έντονη ομοιογενής πρόσληψη στην αρτηριακή φάση (blush[7]), ●Ισης έντασης σήμα στην πυλαία φλεβική φάση, ●Περιστασιακά ελαφρά πρόσληψη στην φάση ισορροπίας (λόγω της παγίδευσης του Gd-DTPA από τα λειτουργικά ηπατοκύτταρα μέσα στον όγκο ακολοθούμενη από 1% απέκκριση στο χοληφόρο δέντρο), ●Καθυστερημένη & παρατεταμένη πρόσληψη της κεντρικής ουλής (λόγω του αυξημένου διάμεσου χώρου + το υγρό περιεχόμενο σταδιακά προσλαμβάνει το  υλικό αντίθεσης), ●Πρόσληψη της ψευδοκάψας στις καθυστερημένες εικόνες, ●Ομοιογενής ισης προς υψηλής έντασης σήμα (96%) / περιφερική δακτυλιοειδής πρόσληψη στις καθυστερημένες λήψεις (~1 ώρα) με χρήση ειδικού ηπατοκυτταρικού σκιαγραφικού (gadobenate dimeglumine [GdBenzylOxyPropionicTetraAcetate]) (τα αδενώματα δεν προσλαμβάνουν ποτέ). ●Μικρότερη πρόσληψη του υπερπαραμαγνητικού / IV superparamagnetic iron oxide (ferucarbotran, mangafodipirtrisodium) από το παρακείμενο ήπαρ (παρόμοιος μηχανισμός με το θειούχο κολλοειδές Τεχνήτιο: παθογνωμονική είναι η παρατεταμένη πρόσληψη ισότοπου κατά το σπινθηρογράφημα με θειούχο κολλοειδές Τεχνήτιο[1]). Χρησιμοποίησε το  iron oxide σε άτυπες βλάβες
Karapasias Nikos, MD Radiologist

[1]M. Prokop, Spiral and Multislice Computed Tomography of the Body, 2003,  Τhieme, 392-393, ISBN-10: 9780865778702
[2]W. Dähnert, Radiology Review Manual (Dahnert, Radiology Review Manual),  7th ed., 2011 LWW; North American Edition, ISBN-10: 1609139437
[3]Middleton W.D., Kurtz A.B., Hertzberg B.S., The Requisites: Υπερηχοτομογραφία, 2006, Κωνσταντάρας, ISBN: 960-88361-8-2
[4]Baert AL. Focal Liver Lesions, Detection, Characterization, Ablation. Springer. (2010) ISBN:3642084141.
[5]M.P. Federle, R.B. Jeffrey, P.J. Woodward, A. Borhani, Diagnostic Imaging: Abdomen, Lippincott Williams & Wilkins; Second edition (2010), ISBN-13: 978-1931884716
[6]F.A. Burgener, S.P. Meyers, R.K. Tan, W. Zaunbauer, Διαφορική διάγνωση στη μαγνητική τομογραφία, 2005, Κλειδάριθμος, ISBN: 960-209-863-5
[7]E.J. Rummeny,  P. Reimer,  W. Heindel, Μαγνητική Τομογραφία Ανθρώπινου Σώματος, 2011, Ιατρικές Εκδόσεις Χ. Βασιλειάδης, ISBN: 9783131358417